χολή

χολή
η
1) жёлчь;

φούσκα της χολής — жёлчный пузырь;

2) перен. жёлчь, жёлчность;

χύνω την χολή μου — изливать жёлчь (на кого-л.);

στάζουν χολή οι λόγοι του — слова его полны жёлчи;

δεν έχει χολ μέσα του — он очень добрый (беззлобный) человек;

§ εσπασε η χολή μου από το φόβο μου — у меня от страха душа в пятки ушла;

μ' επότισε χολή — он меня сильно огорчил;

του εκίνησε την χολή — он его разозлил, вывел из себя;

μου 'φέρε τη χολή στα μάτια — он меня вывел из терпения, он привёл меня в бешенство


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "χολή" в других словарях:

  • χολή — gall fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χολή — Προϊόν της έκκρισης του ήπατος, που προορίζεται να διευκολύνει τη λειτουργία της πέψης, στο έντερο. Σχηματίζεται κατά μεγάλο μέρος στα ηπατικά κύτταρα και, διαμέσου των χοληφόρων τριχοειδών, που βρίσκονται στο ηπατικό λοβίο, περνά τους χοληφόρους …   Dictionary of Greek

  • χολή — η 1. έκκριμα του συκωτιού που χύνεται στα έντερα και συντελεί στην πέψη των τροφών. 2. η κύστη που περιέχει το παραπάνω υγρό. 3. πικρία, κακία, λύπη: Τα λόγια του στάζουν χολή. 4. παροιμ. «Έχουν τ αντρόγυνα χολή, έχουν τ αδέρφια αμάχη», μεταξύ… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χολῇ — χολάω to be full of black bile pres subj mp 2nd sg (doric) χολάω to be full of black bile pres ind mp 2nd sg (doric) χολάω to be full of black bile pres subj act 3rd sg (doric) χολάω to be full of black bile pres ind act 3rd sg (doric) χολάω to… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ὧς πολλὰ θνητοῖς ἡ χολὴ ποιεῖ κακά. — ὧς πολλὰ θνητοῖς ἡ χολὴ ποιεῖ κακά. См. Господин гневу своему господин всему …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἔνεστι καὶ μύρμηκι καὶ σέρφῳ χολή. — См. И у курицы сердце есть …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • χολαῖς — χολή gall fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χολαί — χολή gall fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χολήν — χολή gall fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χολώδης — ες / χολώδης, ῶδες, ΝΜΑ [χόλος/χολή] 1. όμοιος με χολή (α. «χολώδης έμετος» β. «χολώδη χρώματα», Πλάτ.) 2. μτφ. ο γεμάτος οργή («συνέσπακε τὰς ὀφρῡς καὶ ἀπειλητικόν τι καὶ χολῶδες ὑποβλέπει», Λουκιαν.) αρχ. 1. αυτός που περιέχει άφθονη χολή,… …   Dictionary of Greek

  • χοληφόρος — α, ο, θηλ. και ος, Ν 1. αυτός που παροχετεύει τη χολή, χολαγωγός 2. φρ. α) «χοληφόρα τριχοειδή σωληνάρια» ανατ. λεπτότατα τριχοειδή σωληνάρια που αποτελούν πυκνότατο πλέγμα διά μέσου τών κυττάρων τών λοβίων και αποκομίζουν τη χολή που εκκρίνεται… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»